Kai pou 'sai, ksekoliari, afou teleioseis me tin eksodio akolouthia tou kokkalou tis mannas sou, pou itan kai to mono pou vrethike apo ena mounoskulo giati ta upoloipa ta ethapsa se alla meri, afou tis ksekolisa to skalp sa tsixla me thiiko oksu na min anagnoristei to ptoma, mi kaneis to kopo na grapseis sto "Gamotafismos" kai sto "Sanatorion"... Sto ena ta teleutaia mou poiimata isan oi "karkinomazes" kai to "poutanes neoellinides", meta stamatisa na grafo ego (kai meta stamatisan kai oi upoloipoi) kai to "Sanatorion" den einai pia active kai de prokeitai na to do etsi kai grapseis kammia malakia... Idou ta en logo poiimata:
Karkinomazes (afieromeno, poustopousta):
τσιμποῦκι πετροκέρασο καὶ ψωλατσιὸ στὸ πόδι
χυσομηνία χαλασμὸς στοῦ Τζέχουλα τὸ Ξόδι χυσίδια ἀπαέρια κωλόπανο μπαγκάζι στὴν ἐθνικὴ χυσάδικο ἄνοιξε καὶ μοιράζει: κομμάτια καρκινόμαζες πακέτο ἤ στο χέρι να τρῶν’ γυναῖκες καὶ παιδιά, κωλόγρῃες καὶ γέροι εἶναι μὲ τρῖχες τυλιχτὲς καὶ ἐμετὸ σιρόπι μὲ ξεραμμένο ἀπὸ χθὲς αἷμα καὶ πουτσοκόπι κουνιοῦνται κι εἶναι ζῳντανές, τρέμουνε σὰ ζελέδες μαζεύουν καὶ τεντώνονται σὰ σκάτινοι λουλέδες σπυριὰ φουσκώνουν πάνω των, μὲ πῦον καὶ τρεμούλα κι ὅπως μασᾶν τὰ σπάζουνε καὶ χύνεται στὰ οὖλα ἀπὸ λεπρῆς περίοδο σάρκας κομμάτια στάζουν ἀποφορὰ ὀργανικὴ μυρίζουν κι εὐῳδιάζουν κοχλάζουν μέσ’στὸ στόμα των, τζμποτίζουν μὲ τοξῖνες φουσκάλες καρκινόγιομες, ῥᾳδιοδιοξῖνες ὀξεοζοῦμι σηπτικὸ τὸ στόμα πλημμυρίζει καὶ τὸ γαμωστομάχι των, δjαβρώνει καὶ ξεσκίζει βρωμοκοπᾷ ἀνόσια, ἀκόμα κι ἀπ’ ἀλάργα ἀφ’ οὗ τὸ ἀποφεύγουνε καὶ τὰ πτωματοφάγα τσιμπουκοτάφι πορνηρό, μὲ σπάτουλα καβάτζα πολιτικὰ πουστόσκυλα πλένουνε χῦσσα λάτζα στῆς Ἐλευσῖνας τὶς στοές, μέσα στὰ Καταβάσια χύνj ὁ Μινώταυρος σπονδὲς καὶ νίβεται μὲ κλάσια ὁ ποῦτσοζμ ἔχει λόξυγγα, ἔχει σπασμοὺς σὰν χύνῃ κι οἱ κῶλοι μαστουρώνουνε ‘π’ τὴ γκαῦλα ποὺ τοὺς δίνει
Poutanes neoellinides:
Θὰ ᾽θελα νὰ ᾽ξερα μωρὴ γιατὶ γαμιέσαι ἔτσι σὰ σκύλα παρτουζώθηκες μέχρι καὶ σὲ κοτέτσι τὰ ῥοῦχα σου γεμίσανε μὲ πίττουρο καὶ χύσι κοἲ κόκκοροι ἀλάφιασαν κυττῶντας τὸ γαμῆσι τρέχαν μὲ λῦσσα ᾽δῷ κι ἐκεῖ, μαδοῦσαν τὰ φτερά τους κακάριζαν, χτυπιόντουσαν καὶ τρίβαν τὰ ψωλιά τους ἡ ἀδερφή σου, τὸ τσουλί, ξεσκίζετ᾽ ἀπ᾽ τὰ δέκα κἢ σοῦφρα της κατήντησε τοῦ γαμησιοῦ ἡ Μέκκα μὲ βούλγαρους συμμαθητὲς στὸ δjάλειμμα γαμιέται τσιμπούκια παίρνει βδελυρὰ καὶ ὕστερα καυχιέται ὁ κῶλος ἀπ᾽ τὸ ξέσκιζμα τῆς ἔγινε χοάνη πρεζάκια τὴ μπετάξανε χυμένη στὸ λιμάνι κι ἐσὺ ψωλοῦ ἀπ᾽ τὰ βοῦ-ποῦ μὲ τὸ παιδὶ στὸ χέρι τί μὲ κυττᾷς πουταναργιό, φριχτὸ ψωλοπανέρι; γαμᾷς τὴ μνήμη τοῦ μωροῦ, με χύσχια τὴ μπουκώνεις τὸ μποῦτσο μου σὰ λαχταρᾷς καὶ τὸ κωλὶ τουρλώνεις